κτενόμυς


κτενόμυς
ο
ζωολ. γένος τρωκτικών θηλαστικών τής Νότιας Αμερικής τής οικογένειας ctenomyidae.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. ctenomys < cten(o)- (< κτείς, κτενός) + -mys (< νεώτ. λατ. mys < μῦς «ποντικός»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Δαρβίνος, Κάρολος Ροβέρτος — (Charles Robert Darwin, Σρούσμπερι 1809 – Ντάουν 1882). Άγγλος φυσιοδίφης. Αφού συμπλήρωσε τις σπουδές του στα πανεπιστήμια του Εδιμβούργου και του Κέιμπριτζ, από το 1831 έως το 1836 συμμετείχε ως φυσιοδίφης σε ένα μεγάλο ταξίδι με το πλοίο… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.